Ο Sigmund Freud, την δεκαετία του 1940, ήταν ο πρώτος επιστήμονας ψυχικής υγείας που αναγνώρισε την αξία της σχέσης ανάμεσα σε θεραπευτή και θεραπευόμενο κατά την θεραπευτική διαδικασία, και την αποκάλεσε ως «θετική μεταβίβαση».
Αργότερα, o Greenson το 1965, ανέπτυξε την ιδέα ότι η θεραπευτική σχέση διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην επίτευξη της προσωπικής ανάπτυξης και αλλαγής του θεραπευόμενου, και ανέδειξε την ξεχωριστή σημασία της διαμόρφωσης προσωπικού δεσμού μεταξύ θεραπευτή και θεραπευόμενου κατά την εδραίωση της θεραπευτικής συμμαχίας.
Στο παρόν, οι πιο σύγχρονοι ορισμοί της θεραπευτικής σχέσης, βασίζονται στην θεωρία του Bordin, τo 1979. Σύμφωνα με τον Bordin, τρία είναι τα βασικότερα χαρακτηριστικά που καθορίζουν την έννοια της θεραπευτικής συμμαχίας:
1. Συμφωνία μεταξύ θεραπευτή και θεραπευόμενου αναφορικά με τους στόχους που χρειάζεται να επιτευχθούν.
2. Συμφωνία για τα καθήκοντα που θα ανατεθούν.
3. Ανάπτυξη προσωπικού δεσμού που στηρίζεται στην ανταλλαγή αμοιβαίων θετικών συναισθημάτων.
Και οι τρεις παραπάνω συνιστώσες υπογραμμίζουν την συνεργατική σχέση μεταξύ του θεραπευτή και του θεραπευόμενου και την κοινή προσπάθεια που διεξάγεται προκειμένου ο θεραπευόμενος να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες του και να ελέγξει τις δυσλειτουργικές συμπεριφορές του. Φυσικά, προς την επιτυχία της συγκεκριμένης προσπάθειας, παίζει καίριο ρόλο η δημιουργία αμοιβαίας εμπιστοσύνης και εκτίμησης, καθώς και ο αμοιβαίος σεβασμός στις προσωπικές και ηθικές αξίες τους.
Στα πλαίσια της Γνωσιακής Συμπεριφοριστικής Ψυχοθεραπείας, η δημιουργία θετικής θεραπευτικής σχέσης, κρίνεται ως απαραίτητη και δύναται να επηρεάσει την έκβαση της θεραπείας. Προς αυτήν την κατεύθυνση, ο ψυχοθεραπευτής/ τρια επιδεικνύει:
• ειλικρινή επιθυμία να βοηθήσει τον θεραπευόμενο/η
• ευαισθησία στις ανάγκες του θεραπευόμενου (π.χ. αποδοχή άνευ όρων)
• κατανόηση των συναισθημάτων του (π.χ. ενσυναίσθηση)
• δεξιότητες αυτοανασκόπησης.
Θεραπευτής-θεραπευόμενος συνεργάζονται με στόχο να αναγνωρίσουν, να εξετάσουν και να τροποποιήσουν τις σκέψεις, τις συμπεριφορές και τα συναισθήματα του δεύτερου. Αξίζει να σημειωθεί η ιδιαίτερη σημασία της αμοιβαίας ανατροφοδότησης και οι αμοιβαίες προτάσεις μεταξύ των δύο πλευρών αναφορικά με την έκβαση της πορείας της θεραπείας και των συνεδριών. Ο θεραπευτής οφείλει να διεκδικεί συνεχή ανατροφοδότηση, ενσυναίσθηση και να προτρέπει τον θεραπευόμενο προκειμένου να θέτει τις δικές του εναλλακτικές προτάσεις σχετικά με την επίλυση των θεραπευτικών ζητημάτων που προκύπτουν.
Συμπερασματικά, η ψυχοθεραπευτική διαδικασία είναι ένα «όμορφο ταξίδι» ανακάλυψης του εαυτού μας και προσπάθειας για προσωπική ανάπτυξη και εξέλιξη. Ωστόσο, παράλληλα αποτελεί έναν απαιτητικό αγώνα και μια συνεχόμενη δοκιμασία, μέσα από τα οποία ο θεραπευόμενος/η καλείται να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες του, να ελέγξει τα αρνητικά του συναισθήματα, να επιβληθεί στις αρνητικές σκέψεις που τον κατακλύζουν και τελικά να ανακηρυχθεί Νικητής/τρια απέναντι σε ό,τι στέκεται εμπόδιο στην ψυχική του ευημερία.
Σε αυτό το θεραπευτικό ταξίδι λοιπόν, κανείς δεν είναι μόνος/η. Θεραπευτής/τρια και θεραπευόμενος/η αγωνίζονται αμοιβαία και συντροφεύουν ο ένας τον άλλον σε κάθε μικρή νίκη που επιτυγχάνεται, χτίζοντας από κοινού τις βάσεις για ένα πιο αισιόδοξο και ελπιδοφόρο μέλλον.